ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ

ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΜΕΛΙ ''ΛΗΘΑΙΟΝ'' . ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ ΜΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΘΕΜΑΤΑ....ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ - ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΑΣ - ΤΙΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ ΣΑΣ ΣΤΟ --//-- meli.li8aion@hotmail.com τηλ.6936804606

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

ΜΕΓΑΛΗ Η ΚΡΙΣΗ....Η "ΦΟΥΣΚΑ"ΣΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ απο την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Aν είστε καταναλωτής βιολογικών προϊόντων, θα έχετε νιώσει κάποια στιγμή ότι σας κοροϊδεύουν, συγκρίνοντας την ποιότητα και την ποσότητα των προϊόντων που έχετε αγοράσει με τα χρήματα που έχετε πληρώσει.
Και επειδή οι εποχές που ψωνίζαμε προϊόντα για «την τιμή της οικολογίας», παραβλέποντας την πραγματική τους τιμή, έχουν παρέλθει -και δικαίως-, η αγορά των βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα διέρχεται μεγάλη κρίση.
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_oiko1_1_12/11/2010_1293234 

Αυτό συμβαίνει γιατί στις δύο δεκαετίες που πέρασαν όσοι ασχολούνταν με την παραγωγή, τη διακίνηση και την εμπορία βιολογικών προϊόντων δεν αξιοποίησαν τις επιδοτήσεις, την αρχική καλή διάθεση και την ανεκτικότητα των καταναλωτών, προκειμένου να εδραιώσουν μια νέα υγιή αγορά που να προσφέρει ποιοτικά προϊόντα σε κανονικές τιμές.


Σήμερα, δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα οκτώ εταιρείες πιστοποίησης βιολογικών προϊόντων, αλλά συχνά οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται είναι από ελλιπείς έως ανύπαρκτοι.

Στο επίπεδο της μεταποίησης, ελάχιστα είναι τα ελληνικά προϊόντα που αξιοποιούν εγχώριες πρώτες ύλες, ενώ τα περισσότερα μεταποιημένα εισάγονται από τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ιταλία και πωλούνται στην Ελλάδα σε εξαιρετικά υψηλές τιμές.

Ιδίως μετά την κρίση, λοιπόν, πολλοί εγκατέλειψαν τα ακριβά ξένα και άγνωστα βιολογικά προϊόντα και στράφηκαν στα παραδοσιακά και ελληνικά.

Eνώ τα καταστήματα βιολογικών προϊόντων κλείνουν το ένα μετά το άλλο -πέρυσι έκλεισαν περίπου 50 και φέτος άλλα 30 σε σύνολο 200.

Τα μπακάλικα με παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα, αν και δεν πωλούν ιδιαίτερα φθηνά, γνωρίζουν άνθηση.

Αυτό που επίσης δεν πέτυχαν τα βιολογικά προϊόντα στην Ελλάδα είναι να γίνουν, σταδιακά, πιο προσιτά από άποψη τιμής.

Πολλοί παραγωγοί, επειδή λαμβάνουν την επιδότηση, δεν ενδιαφέρονται να παράγουν ποιοτικά προϊόντα και σε κανονικές τιμές, ώστε να προσελκύσουν αγοραστές· πολλές φορές δεν ενδιαφέρονται καν να βγάλουν προϊόν στην αγορά.

Ετσι, η χώρα μας, που διαθέτει ιδανικές κλιματικές συνθήκες για να παράγει βιολογικά προϊόντα, έχει εξελιχθεί σε εισαγωγέα.

ΔΕΙΤΕ ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.
Hμερομηνία : 11-02-10 Eκτύπωση
e-mail


Η «φούσκα» των βιολογικών


Στα χαρτιά έχουμε 25.000 Ελληνες βιοκαλλιεργητές, στα ράφια ελάχιστα ελληνικά βιολογικά προϊόντα. Τι συμβαίνει από το χωράφι στο ράφι;


Των ΛΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ, ΗΛΙΑ ΚΑΝΤΑΡΟΥ


Φωτογραφίες: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ, ΚΑΝΑΡΗΣ ΤΣΙΓΚΑΝΟΣ


Το πρόβλημα μοιάζει να είναι για… δυνατούς λύτες. Γιατί στα χαρτιά η χώρα μας μοιάζει να παράγει κάθε λογής αγροτικά και κτηνοτροφικά αγαθά βιολογικής προέλευσης, αλλά, ως εκ θαύματος, στα καταστήματα η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων είναι εισαγόμενα; Τι συμβαίνει στη διαδρομή από το χωράφι στο ράφι; Η απάντηση είναι ότι η περίφημη ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, την οποία πανηγυρίζει κάθε χρόνο το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ανακοινώνοντας την επέκταση του προγράμματος, είναι στην πραγματικότητα μια... φούσκα. Η αλήθεια είναι ότι, ενώ στα μητρώα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων βρίσκονται εγγεγραμμένοι περίπου 25.000 παραγωγοί βιολογικών προϊόντων (αγρότες και κτηνοτρόφοι), μόνο οι 4.000 από αυτούς διοχετεύουν στην αγορά τα προϊόντα τους - με τον αριθμό τους να βαίνει μειούμενος. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα εξακολουθεί να καλύπτεται κυρίως από το εξωτερικό: τα εισαγόμενα βιολογικά τρόφιμα αντιστοιχούν στο 57% της αγοράς, ενώ στα φρούτα και τα λαχανικά το ποσοστό ξεπερνά το 80%.


Υποπτο συστημα..


Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται ένα παρωχημένο και λίγο «ύποπτο» σύστημα επιδοτήσεων, στο οποίο βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου η πολιτική για την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα μας. Και αυτό γιατί, στην Ελλάδα, η επιδότηση δεν είναι συνδεδεμένη με το προϊόν. Ο παραγωγός μπορεί δηλαδή να εξασφαλίσει το συνολικό ποσό των χρημάτων χωρίς ποτέ να ελεγχθεί εάν πράγματι παράγει βιολογικά προϊόντα,

 καθώς για το κράτος αρκεί ένας παραγωγός να μη ρίχνει χημικά στο χωράφι του για να ονομαστεί βιοκαλλιεργητής και να ενταχθεί στο πρόγραμμα! Η πολιτική αυτή έχει στόχο δήθεν την προσπάθεια «εξυγίανσης» των εδαφών (αυτό τουλάχιστον απαντά σχεδόν μονότονα το αρμόδιο υπουργείο), δηλαδή την προστασία του περιβάλλοντος και μόνο σε δεύτερο επίπεδο την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ωστόσο, γνωρίζουν πολύ καλά πως, στην πραγματικότητα, το σύστημα αυτό ήταν ένας τρόπος να διοχετευτούν γρήγορα χρήματα στον αγροτικό κόσμο, μια τονωτική ένεση στον πολύπαθο παραγωγικό κλάδο. Ετσι η επιδότηση δίνεται με το στρέμμα. Βάσει του προγράμματος του 2005, τα ετήσια ποσά κυμαίνονται, ανάλογα με το προϊόν, από 33 ευρώ/στρέμμα (σιτηρά, αρωματικά) έως 90 ευρώ/στρέμμα (ελιές, αμπέλια, μηλοειδή, εσπεριδοειδή).




Πράγματι, στα «χαρτιά» πάμε καλά. Ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών εκτοξεύθηκε -από 9.885 το 2004 σε 24.729 το 2007-, ενώ την ίδια περίοδο, οι βιολογικά καλλιεργούμενες εκτάσεις έφτασαν τα 3 εκατ. στρέμματα γης. Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ματιά στα στοιχεία, φαίνεται πως μόνο έπειτα από κάθε νέα προκήρυξη προγράμματος επιδότησης σημειώνεται αύξηση στον αριθμό των βιοκαλλιεργητών. Μετά την προκήρυξη του προγράμματος επιδότησης του 2006, για παράδειγμα, σημειώθηκε αύξηση στις νέες εντάξεις βιοκαλλιεργητών της τάξης του 520%! Αυτό που συστηματικά αποκρύπτεται όμως είναι ότι, με τη λήξη του εκάστοτε πενταετούς προγράμματος επιδότησης, ένα μεγάλο μέρος των βιοκαλλιεργητών αποχωρεί μαζικά από τη βιολογική γεωργία. Ενδεικτικά, από το 2005 ώς το 2006, τα στρέμματα γης σε πλήρες βιολογικό στάδιο (δηλαδή οι εκτάσεις που έχουν «κλείσει» τριετία ως βιολογικές) μειώθηκαν κατά 40%. Συγκεκριμένα, η έκταση της βιολογικά καλλιεργούμενης γης μειώθηκε κατά 63,99% στα σιτηρά, 36% στα αρωματικά φυτά, 32% στα φρούτα, 32% στους ξηρούς καρπούς, 18% στο αμπέλι και 37% στις ελιές - δηλαδή σε μια σειρά από «βασικά» προϊόντα.


Στις «εύκολες» καλλιέργειες


Είναι σαφές ότι εκατοντάδες παραγωγοί εντάχθηκαν στο πρόγραμμα μόνο για να καρπωθούν τις επιδοτήσεις. Ανάμεσά τους αγρότες οι οποίοι θα εγκατέλειπαν το επάγγελμα και διαπίστωσαν ότι, χωρίς κόπο, θα μπορούσαν να ενισχύσουν το εισόδημά τους, αγρότες που ασχολούνται με τη συμβατική γεωργία, αλλά διατηρούν μποστάνι με «καθαρά» προϊόντα για την οικογένεια, άλλοι επαγγελματίες (ανάμεσά τους και πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι), οι οποίοι είχαν ένα «χωραφάκι» και αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν χωρίς να εμπορεύονται τα προϊόντα τους, πολλοί που έχουν εκτάσεις με παρατημένα λιόδεντρα κ.ο.κ. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι, μέχρι σήμερα, για να λάβει κανείς επιδότηση για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, δεν χρειαζόταν να είναι κατ' επάγγελμα αγρότης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι νεοεισερχόμενοι στο χώρο της βιολογικής γεωργίας καταπιάνονται με τις λεγόμενες «εύκολες» καλλιέργειες.


Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, το μεγαλύτερο ποσοστό των βιολογικά καλλιεργούμενων εκτάσεων καταλαμβάνεται από δημητριακά (σκληρό σιτάρι, κριθάρι, βρόμη, αραβόσιτος, μαλακό σιτάρι και σίκαλη), χορτοδοτικά φυτά (από τα οποία παράγονται ζωοτροφές) και ελαιόδεντρα. Αντίθετα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που επιλέγουν «δύσκολες» καλλιέργειες, όπως τα φρούτα και τα λαχανικά. Το πρόβλημα γίνεται πιο εμφανές το καλοκαίρι, όταν στα καταστήματα βιολογικών προϊόντων και στα σούπερ μάρκετ τα φρούτα και τα λαχανικά είναι κυρίως εισαγωγής. «Αν καταφέρετε να βρείτε καρότα και κολοκυθάκια ελληνικά, να έρθετε να μου πείτε πού!» δηλώνει χαρακτηριστικά στο ΟΙΚΟ ιδιοκτήτρια καταστήματος βιολογικών προϊόντων.


Ελλειψη δικτύων διανομής


Προφανώς, δεν «φταίνε» μόνο οι επιδοτήσεις. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα εγγενές πρόβλημα, λόγω του μικρού, κατακερματισμένου κλήρου. Ακόμη και οι παραγωγοί, με γνώσεις και μεράκι, που επιθυμούν να εμπορευτούν ως βιολογικά τα προϊόντα τους, αδυνατούν να τα διοχετεύσουν στην αγορά, διότι η παραγωγή τους είναι μικρή, συνήθως απομακρυσμένη, και δεν συμφέρει η μεταφορά της στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ετσι, πολλοί τα εμπορεύονται ως συμβατικά για να μην τους μείνουν αδιάθετα. Επίσης, η αδυναμία συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών για τη δημιουργία συνεταιρισμών που θα αναλάμβαναν τη διοχέτευση των προϊόντων στην αγορά, αποτελεί πρόσκομμα στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας. Οπως καταγγέλλουν οι συνειδητοποιημένοι βιοκαλλιεργητές, η έλλειψη δικτύων διανομής των προϊόντων αποτελεί το υπ' αριθμόν ένα εμπόδιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους είκοσι παραγωγούς βιολογικού ρυζιού, μόνο οι τρεις καταφέρνουν να το εμπορεύονται ως βιολογικό.


Μια άλλη παράμετρο θέτει μιλώντας στο ΟΙΚΟ ο γενικός διευθυντής της εταιρείας διανομής βιολογικών προϊόντων ΣΕΒΙΣΕ κ. Κώστας Παύλου: «Τα ελληνικά προϊόντα θα έπρεπε να κυριεύουν την αγορά, όμως αυτό δεν συμβαίνει, κυρίως λόγω της έλλειψης δικτύων διανομής. Τα σούπερ μάρκετ, όμως, δεν διευκολύνουν την κατάσταση. Αντιμετωπίζουν τα βιολογικά προϊόντα όπως τα συμβατικά. Περιμένουν, για παράδειγμα, από τα βιολογικά μήλα να έχουν τις ίδιες προδιαγραφές με τα συμβατικά, ίδιο μέγεθος, στιλπνότητα κ.λπ. Αν και τα βιολογικά δεν χαρακτηρίζονται από την ομοιομορφία τους, τα σούπερ μάρκετ την απαιτούν από τους παραγωγούς, γεγονός που ανεβάζει ακόμη περισσότερο το κόστος. Γι' αυτό, τελικά, εισάγουν. Ωστόσο, ο Ελληνας παραγωγός που τόλμησε να μπει στη βιολογική «περιπέτεια» συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ανάπτυξη των ποιοτικών προϊόντων. Θα πρέπει να βοηθηθεί και όχι να πολεμάται».


Πλασματικοί οι αριθμοί


Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο - και το «παραδέχονται» μιλώντας στο ΟΙΚΟ και οι αρμόδιοι της Διεύθυνσης Βιολογικής Γεωργίας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων: οι αριθμοί που πιστοποιούν την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας στη χώρα είναι πλασματικοί. «Υπάρχει, πράγματι, μεγάλος αριθμός παραγωγών που μπαίνουν στο πρόγραμμα αποκλειστικά και μόνο για την επιδότηση», αναφέρει στέλεχος του υπουργείου. «Τα βασικά κίνητρα όσων εντάσσονται στο πρόγραμμα είναι η οικονομική ενίσχυση που λαμβάνουν και η ποιοτική αναβάθμιση των προϊόντων τους, με στόχο να πετύχουν καλύτερες τιμές και ευκολότερη διάθεση στην αγορά. Στην πράξη όμως, λόγω του μικρού κλήρου, της μεγάλης διασποράς των βιοκαλλιεργητών, της αδυναμίας του «συνεργάζεσθαι» και της έλλειψης των κατάλληλων δικτύων διανομής, μεγάλο μέρος των βιοκαλλιεργητών, μόλις περάσει ο υποχρεωτικός χρόνος παραμονής στο πρόγραμμα επιδότησης της βιολογικής γεωργίας (υπογράφεται πενταετής σύμβαση), εφόσον δεν έχουν βρει διεξόδους για την προώθηση των προϊόντων τους, αποχωρούν από τη βιολογική γεωργία».




ΡΑΦΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΑ


Το ΟΙΚΟ βγήκε στην αγορά, για να δει από πρώτο χέρι την πραγματικότητα που βιώνουν οι καταναλωτές. Μια βόλτα σε εξειδικευμένα καταστήματα αλλά και στις βιολογικές γωνιές των μεγάλων σούπερ μάρκετ ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει πως η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων που διατίθενται είναι εισαγωγής. Μολονότι, ανάλογα με την περίοδο, οι ελλείψεις είναι διαφορετικές, κατά κανόνα τα ελληνικά είδη που λάμπουν διά της απουσίας τους από τα ράφια είναι τα όσπρια, οι πατάτες, τα καρότα, τα μήλα, τα αχλάδια, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, το ρύζι, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα κολοκύθια και πολλά άλλα κηπευτικά.


Τεράστιες είναι οι ελλείψεις επίσης στα γαλακτοκομικά, αφού το 80-90% του γάλακτος έρχεται απ' έξω, ενώ περίπου το ίδιο είναι και το ποσοστό των εισαγόμενων γιαουρτιών. Το 80% των χυμών στα ελληνικά ράφια είναι ξένοι, παρότι στο παρελθόν υπήρχε παραγωγή από την Κρήτη. Το 80% των ντοματοπολτών έρχεται επίσης από το εξωτερικό, ενώ ελάχιστο είναι το ποσοστό των ελληνικών οσπρίων, πρόβλημα που υπάρχει και στα συμβατικά. Λείπουν επίσης ελληνικά μέλια, σοκολάτες, μούσλι και πρωινά, γλυκά, μπισκότα και αρτοσκευάσματα. Ευτυχώς, τουλάχιστον προς το παρόν, στα βιολογικά καταστήματα κυριαρχούν απόλυτα το ελληνικό λάδι και οι ελιές. Για να καλύψουν το εμφανές κενό στα υπόλοιπα, πολλά καταστήματα βιολογικών προϊόντων γεμίζουν τις προθήκες τους με παραδοσιακά προϊόντα, εγχώρια μεν, αλλά όχι βιολογικά.



ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΒΙΟΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΗ ΣΙΤΑΡΙΟΥ



«Με ενδιαφέρουν μόνο οι επιδοτήσεις»


Νίκος Κούρτης


Ο Ν. Μ. είναι από τους λεγόμενους «επιδοτησάκηδες», τους παραγωγούς δηλαδή που εισήλθαν στη βιολογική γεωργία ακολουθώντας τις σειρήνες των επιδοτήσεων. Καλλιεργεί σιτάρι και, για ευνόητους λόγους, δεν επιθυμεί τη δημοσίευση του ονόματός του.


Από πού μάθατε για τη βιολογική γεωργία;


Για την επιδότηση άκουσα από άλλους συγχωριανούς μου στο καφενείο. Πήγα στον γεωπόνο από τον οποίο αγοράζω τα φάρμακα και τα λιπάσματα και μου είπε μερικά πράγματα: ότι δεν θα πρέπει να ρίχνω χημικά, ότι θα πρέπει να γραφτώ σε έναν οργανισμό που θα με ελέγχει και μία φορά το χρόνο θα μου δίνει μια βεβαίωση με την οποία, μαζί με τη μελέτη του γεωπόνου, θα παίρνω την επιδότηση.


Και γιατί είπατε ναι; Δεν φοβηθήκατε μήπως μειωθεί η παραγωγή σας ή αντιμετωπίσετε άλλα προβλήματα;


Ετσι κι αλλιώς, στα σιτάρια που καλλιεργώ έβαζα λίγα λιπάσματα, αφού περισσότερο κόστιζαν αυτά από την παραγωγή που έπαιρνα. Αν δεν υπήρχε η συμβατική επιδότηση, θα τα είχαμε ήδη εγκαταλείψει. Τώρα, με τη βιολογική επιδότηση, είναι κάπως καλύτερα τα πράγματα.


Το προϊόν που παράγετε το εμπορεύεστε σαν βιολογικό;


Οχι, αφού δεν βρίσκω πού να το δώσω.


Δηλαδή, δεν σας το έχει ζητήσει κανείς μέχρι σήμερα;


Μία φορά μόνο, αλλά μου είπαν να το κρατήσω στην αποθήκη μου για τρεις με τέσσερις μήνες - εγώ όμως, όπως και οι περισσότεροι, δεν έχω τέτοια δυνατότητα.


Οταν τελειώσει η επιδότηση, τι θα κάνετε; Θα συνεχίσετε να καλλιεργείτε βιολογικά;


Χωρίς επιδότηση δεν με συμφέρει. Κι αν σταματήσει και η συμβατική επιδότηση, όπως λένε, τότε θα τα αφήσω άσπαρτα.


BΑΣΙΛΗΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ - Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ TROFINO


«Γιατί επιλέγω εισαγόμενα»


Eίναι από τις μεγαλύτερες εταιρείες βιολογικών προϊόντων της χώρας. Με την ετικέτα και τη φροντίδα της Τrofino, μιας οικογενειακής επιχείρησης που ξεκίνησε το 1923 στην Καλαμάτα, κυκλοφορεί σήμερα μια σειρά βιολογικών προϊόντων, από όσπρια και ρύζι μέχρι καφέ, λάδι, ζυμαρικά και χυμούς φρούτων. «Τα ελληνικά προϊόντα καλύπτουν πολύ μικρό ποσοστό των αναγκών μας», λέει στο ΟΙΚΟ ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας κ. Βασίλης Αργυράκης. «Δεν υπάρχει παραγωγή στη χώρα μας, ασχέτως του τι λένε τα «χαρτιά». Ειδικά στα όσπρια, για παράδειγμα, οι περισσότεροι από όσους τα καλλιεργούν είναι οι λεγόμενοι «επιδοτησάκηδες», άνθρωποι δηλαδή που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα βιολογικής γεωργίας μόνο για την επιδότηση. Πρόκειται κυρίως για μη επαγγελματίες αγρότες. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν βγάλουν βιολογικό προϊόν, δεν θα είναι ποιοτικό». Οπως επισημαίνει, ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι τα ελληνικά βιολογικά προϊόντα είναι πολύ πιο ακριβά. «Αλλο είναι να αγοράζεις 40 τόνους προϊόν από έναν παραγωγό και άλλο 40 τόνους από 20 παραγωγούς.


Αυτό όμως συμβαίνει στην Ελλάδα, μια και ο κλήρος είναι κατακερματισμένος. Επιπλέον, διαφορετική φακή βγάζουν τα Φάρσαλα και διαφορετική η Ορεστιάδα. Η ετικέτα Trofino όμως θα πρέπει να έχει συνέπεια στην ποιότητα των προϊόντων της, αυτό ζητάει ο καταναλωτής». Στα όσπρια μόνο το 10% είναι ελληνικής παραγωγής, ενώ, αντίθετα, το ρύζι είναι κατά 80% ελληνικό. Ακόμη και σε αυτό, όμως, ο ελληνικός παραλογισμός υποχρεώνει την επιχείρηση να το χαρακτηρίζει στην ετικέτα του «εισαγωγής». «Εχουμε πληρώσει «είσοδο» στο σούπερ μάρκετ για ρύζι γλασέ εισαγωγής. Αν βγάλουμε ελληνικό, θα πρέπει να αλλάξει η επιγραφή στο ράφι, κάτι που δεν γίνεται, ή να πληρώσουμε πάλι είσοδο στο σούπερ μάρκετ, λες και πρόκειται για διαφορετικό προϊόν. Ετσι, γράφουμε πάντα «εισαγωγής»...» Οι χυμοί, πάλι, είναι πρακτικά αδύνατον να είναι ελληνικοί, γιατί δεν υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή φρούτων. Στον αντίποδα, τα ζυμαρικά παράγονται από 100% ελληνικό αλεύρι. «Είναι από τα είδη που υπάρχουν εν αφθονία».Μεγάλη είναι και η παραγωγή μελιού στη χώρα μας, αλλά η τιμή του είναι περίπου 140% πάνω από το εισαγόμενο. «Ποιος θα πάρει το βαζάκι που κάνει 13 ευρώ; Εγώ, ως επιχείρηση, έχω συμφέρον να παράγονται ελληνικά προϊόντα, αλλά δεν διευκολύνομαι να τα επιλέξω. Αντίθετα, έρχομαι αντιμέτωπος με ένα σωρό προβλήματα».


ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΘΑΝΟΥ - ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ


«Λείπουν οι τοπικές αγορές»


Η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια παραγωγής βιολογικών προϊόντων στη χώρα μας ξεκίνησε το 1984 από την Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αιγιαλείας. Μια μικρή ομάδα παραγωγών της Ενωσης ξεκίνησαν να παράγουν βιολογική σταφίδα με ολλανδικά ιδιωτικά πρότυπα και αντίστοιχη πιστοποίηση. Τότε δεν υπήρχαν επιδοτήσεις και το μόνο κίνητρο ήταν η καλύτερη διάθεση των προϊόντων τους στη διεθνή αγορά. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι. «Μέχρι το 1995, οπότε ξεκίνησαν οι επιδοτήσεις, είχαμε καταφέρει να δημιουργήσουμε έναν πυρήνα πενήντα βιοκαλλιεργητών, που, εκτός από τη σταφίδα, επεκτάθηκαν στο ελαιόλαδο και στα εσπεριδοειδή», λέει στο ΟΙΚΟ η γεωπόνος της ΕΑΣ κ. Δέσποινα Καραθάνου, από τους βασικότερους συντελεστές εκείνης της προσπάθειας. «Στη συνέχεια, με τα προγράμματα επιδότησης, ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών έφτασε τους εξακόσιους.






Από το 2000, όταν άρχισε να λήγει η πενταετία της επιδότησης, το νούμερο των βιοκαλλιεργητών μειώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε περίπου είκοσι επτά». Και με το τέλος του 2009, χρονιά που τελείωσε το πρόγραμμα της επιδότησης και για άλλους 170 παραγωγούς, ο αριθμός αναμένεται να μειωθεί ακόμη περισσότερο, σύμφωνα με την κ. Καραθάνου. Μάλιστα, όπως τονίζει, τα προγράμματα επιδότησης δεν συνοδεύτηκαν από άλλα μέτρα, ώστε να δοθεί πράγματι ώθηση στη νέα αγορά. «Τα χρήματα βοήθησαν ώστε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος όγκος παραγωγών και προϊόντων για να μπορούμε να απευθυνθούμε στις διεθνείς αγορές. Το λάθος όμως βρίσκεται στο ότι δεν δημιουργήθηκαν παράλληλα τοπικές αγορές βιολογικών προϊόντων (σχολεία, νοσοκομεία κ.λπ.), ώστε να απορροφώνται οι ποσότητες που δεν μπορούν να εξαχθούν, λόγω των σκαμπανεβασμάτων των διεθνών αγορών. Ετσι, είναι λογικό, όταν τελειώνει η επιδότηση και ο βιοκαλλιεργητής δεν μπορεί να διαθέσει την παραγωγή του στην προiσδοκώμενη τιμή, να αποχωρεί». Εξαίρεση αποτελεί η σταφίδα. «Λόγω της μοναδικότητας του προϊόντος, έχουμε καταφέρει να πετύχουμε αρκετά ικανοποιητικές τιμές για τους παραγωγούς και πιστεύω ότι μέρος τους μπορεί να παραμείνει στη βιολογική γεωργία και χωρίς την επιδότηση».
πηγη.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_oiko1_100007_11/02/2010_1290978




                                                                   ΜΗΤΣΟΣ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...